Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Ο ερωτευμένος Άνεμος


Πριν πάρα πολλά χρόνια, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Ινδιάνος: «Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά κι εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;»

- «Όχι», του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.

Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

- «Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;»

- «Όχι», της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. «Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δεν σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.»

Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δεν θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι, όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω - γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ' όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να την βγάλει από το πυκνό δάσος.

Δεν τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.
Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.


Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του.

Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους. Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.

Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

- «Έλα μαζί μου» άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.


Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.

Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. «Ας αναποδογυρίσει», σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά». Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

- «Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου», φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.

Μα δεν θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

- «Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα» έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντίσκηνα τους.

Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.

Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι...

paidika.gr

Ο Έρωτας και η Τρέλα


Μια φορά κι έναν καιρό...

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου. Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανίατη πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε:

"Τι είναι το κρυφτό;"

Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα- να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν:

Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.

Ένα, δύο, τρία, άρχισε να μετράει η Τρέλα.

Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.

Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο οποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.

Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.

Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν.

Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.

Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.

Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.

....1000, μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.

Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά.

Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για Θεολογία.

Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο.

Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.

Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.

Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου.

Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πληγώσει τα μάτια.

Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.

Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Η γη αρρώστησε


Μια φορά και έναν καιρό η γη αρρώστησε βαριά. Αν έβαζε κάποιος στα σπλάχνα της ένα θερμόμετρο θα ανέβαινε στους 50 βαθμούς!
Η καημένη η γη! Έβηχε τραντάζοντας τους βράχους που και αυτοί με την σειρά τους παράσερναν στο διάβα τους ότι έβρισκαν. Από τον μεγάλο πυρετό κουράστηκε να γυρίζει κι έτσι έμεινε ασάλευτη στο απέραντο διάστημα. Τότε οι άνθρωποι παραξενεμένοι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί. Διότι οι μισοί βασίλευαν την μέρα, και οι άλλοι μισοί σε μια απέραντη νύχτα. Τα χιόνια έλιωσαν, τα νερά φούσκωσαν, τα ποτάμια έπνιξαν τα ζώα και τα φυτά, αφήνοντας στο πέρασμά τους μια πηχτή λάσπη. ’ρχισε τότε να μυρίζει άσχημα παντού και μια σαπίλα έβγαινε από το σώμα της γης. Γιατί όμως κατάντησε έτσι η γη; Τι της κάνανε;
Ο Ήλιος που ήταν παιδικός της φίλος έστειλε τις ζεστές του ακτίνες μήπως την κάνει καλά αλλά δυστυχώς η γη δεν σάλευε. Έστεκε λοιπόν κοντά της λυπημένος, προσπαθώντας να σκεφτεί τι μπορεί να κάνει ώστε να την βοηθήσει. Σκέφτηκε λοιπόν να φωνάξει τους καλύτερους γιατρούς. Φώναξε, ένα κάτασπρο περιστέρι και έδεσε στο λαιμό του το επείγον μήνυμα. Εκείνο, πετώντας γρήγορα έφτασε στους γιατρούς. Εκείνοι αποφάσισαν να την εξετάσουν. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από το πελώριο κρεβάτι της.
- Πω ! πω! Πίεση! Είπε ο ένας.
- Τεράστια θερμοκρασία! Έλεγε ο άλλος.
- Σφυγμοί χαμηλοί! Είπε ένας τρίτος.
- H γη πεθαίνει! Είπαν όλοι μαζί.
- Κάντε κάτι! Φώναξαν οι άρχοντες πανικόβλητοι. Τι θα γίνουν οι περιουσίες μας, το πετρέλαιο, τα λεφτά μας, τα εργοστάσια;
- Δυστυχώς, απάντησαν οι γιατροί, η γη μας δεν μπορεί να γίνει καλά, διότι όλα αυτά, της αρρώστησαν. Μολύνατε τις θάλασσες, τον αέρα, την φορτώσατε με χιλιάδες αυτοκίνητα, και από το βάρος λύγισε. Κάψατε τα δάση, έχασε το οξυγόνο της, γεμίσατε το σώμα της πληγές, σκάψατε τα σωθικά της, φτιάχνοντας υπόγειους δρόμους, καθημερινά, την ζαλίσατε, και το χειρότερο είναι ότι δέχεστε στο σώμα της καθημερινά ανθρώπους, που άλλοτε ήτανε χαρούμενοι, μα τώρα δεν υπάρχουν πια, διότι εσείς τους σκοτώσατε με τους πολέμους που κάντε μεταξύ σας. Και τα παιδιά; Δεν έχετε χρόνο να κάνετε παιδιά. Να κυλιστούν στο χορτάρι, να τραγουδήσουν μέσα στα δάση της, ώστε η χαρά τους να γίνει και δική σας χαρά. Ε λοιπόν, συνέχισαν οι γιατροί, η γη σας βαρέθηκε και αποφάσισε να πεθάνει!
Έτσι είπαν οι γιατροί κι έφυγαν λυπημένοι.
Οι μεγάλοι άρχοντες κοιτάχτηκαν βουβοί και άρχισαν να ρίχνουν ευθύνες ο ένας στον άλλον.
Όμως το θαύμα το έκανε πάλι ο καλός μας ο Θεός. Αφού πρώτα τους άφησε να καταλάβουν το λάθος τους, έστειλε ένα μικρό, αδύνατο παιδάκι, που σκαρφάλωσε πάνω στο πελώριο κρεβάτι της γης και με δάκρυα στα ματάκια του την παρακάλεσε να ζήσει. Να ζήσει για κείνο και όλα τα υπόλοιπα παιδάκια. Της υποσχέθηκε πως όταν μεγαλώσει θα τα διορθώσει όλα.
Έτσι έγινε το θαύμα. Όπου έπεφταν τα δάκρυα κλείνανε οι πληγές της γης και στη θέση τους φύτρωναν αμυγδαλιές, πασχαλιές και τριανταφυλλιές. Μοσχοβόλησε ο τόπος, η γη άνοιξε τα μάτια της, ο πυρετός έφυγε.
- Εντάξει θα ζήσω, είπε η γη με βροντερή χαρούμενη φωνή. Θα ζήσω μόνο για σας! Για σας τα παιδιά! Μα να θυμάστε την υπόσχεσή σας, συνέχισε γλυκά.
Και ξανάρχισε να στροβιλίζεται στο σύμπαν!
Ένα πολύ ωραίο παραμύθι που έγραψε η Παναγιώτα Κασίμη
Περισσότερα θα βρείτε στο: paramithia.net

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Little red riding hood - Τέλος


Ο λύκος με τα δόντια χωμένα στον ώμο μου με έσερνε πάνω στις πευκοβελόνες. Το κορίτσι με τον κόκκινο σκούφο μιλούσε με το τίποτα. Η λαγνεία είχε χαθεί νικημένη από την θλίψη και την αφόρητη οδύνη. Έσκυψε από πάνω μου και με μια φωνή σημαδεμένη από κάθε είδους ανθρώπινης μοναξιάς με ρώτησε

- Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Ανάμνηση

Το παιδί παρατηρούσε την μητέρα. Η μητέρα φορούσε κόκκινο φόρεμα κι έλαμπε σαν έκπτωτος πόθος φωτίζοντας την μεγάλη αίθουσα από άκρη σε άκρη. Το παιδί έγειρε το κεφάλι του στην αγκαλιά μιας ξένης κι αποκοιμήθηκε. Η μητέρα ονειρευόταν τις στιγμές που δεν έζησε. Το παιδί ονειρευόταν την μητέρα με ασημένιο στέμμα να πλησιάζει αγέρωχα τον θρόνο της. Η μητέρα κάθισε στον θρόνο κι άνοιξε τα πόδια της. Το παιδί κατακεραυνωμένο από την ζήλια απώθεσε το στομάχι του στην αγκαλιά μιας ξένης. Η ξένη του χάιδεψε τα μαλλιά με την ευπάθεια της προσωρινής αγάπης. Η μητέρα κάλεσε την ξένη κοντά της και την χαστούκισε χωρίς να δεχτεί να την κοιτάξει. Τα δαχτυλίδια όργωσαν το χάρτινο μάγουλο και το ξύλινο πάτωμα ξεδίψασε με αίμα. Το παιδί ξύπνησε και ούρλιαξε φοβισμένο. Η μητέρα άνοιξε την πόρτα και πρόσφερε το γυμνό στήθος της στο παιδί. Το παιδί με την μνήμη της ζήλιας να αυλακώνει το μέτωπό του απέστρεψε το στόμα. Η μητέρα το άρπαξε από τον λαιμό και με την εξουσία που πάντα παρέχει η γονική μέριμνα του έχωσε την ρώγα της στο στόμα. Το παιδί άρχισε να θηλάζει.

Η Μόνα περπατούσε στην γυαλιστερή άσφαλτο με το κεφάλι της να αιχμαλωτίζει τη νύχτα. Η Μόνα ήταν ολόιδια η μητέρα.

Τέλος ανάμνησης

Η νεκρή λαμαρίνα της Πλίμουθ άστραφτε κάτω από το φεγγάρι κι οι λύκοι ξαπλωμένοι γύρω της σαν άγρυπνοι φύλακες και υπήκοοι μαζί έσκαβαν το χώμα για να ξεθάψουν - στεγνοί από έλεος- την τελευταία ενοχή. Η Μόνα λατρεμένη Θεά ενός άλλου κόσμου βγήκε από την λαμαρίνα ντυμένη με την πυρκαγιά. Από τα χείλη της γαλάζιες νότες ξεχύθηκαν σαν ουλές κι απλώθηκαν στο βασίλειο του δάσους:

Fly me to the moon
Let me sing among those stars
Let me see what spring is like
On Jupiter and mars

In other words, hold my hand
In other words, baby kiss me

Fill my heart with song
Let me sing for ever more
You are all I long for
All I worship and adore

In other words, please be true
In other words, I love you

Το κορίτσι με τον κόκκινο σκούφο μου γλίστρησε στην ψυχή την μακάβρια υποψία

- ” Είμαι το νεκρό της παιδί, το παιδί σου “

Δυo σιδερένια χέρια γράπωσαν το μυαλό μου κι η αυλαία της τρέλας έτριξε θριαμβευτικά

Βρέθηκα στα σκαλιά του ακροβολισμένου μου σπιτιού μισός άνθρωπος μισός τυμβωρύχος. Η ομίχλη υπερτόνιζε την αίσθηση της νέκρας δυσκολεύοντας τα λιγοστά μου βήματα. Σύρθηκα προς την πόρτα σαν κατάρα βγαλμένη από αγαπημένο στόμα την ώρα του θυμού. Η γραφομηχανή κούνησε τα πλήκτρα της σαν γυναίκα που καλεί έναν φανταστικό εραστή.

- Μου έλειψες Τζέιμς.

Με πήραν δύο μήνες μετά αφού πρώτα έσπασαν την πόρτα. Δεν μου φέρθηκαν άσχημα. Στα μάτια τους ζωγραφιζόταν εκείνος ο επίπλαστος οίκτος που σχηματίζεται συνήθως στα μάτια των ανθρώπων όταν αντικρίζουν μια χαμένη ζωή . Μου έκαναν μία ένεση με ένα κίτρινο παχύρρευστο υγρό. Φύγαμε ήσυχα κι από το τζάμι του ασθενοφόρου είδα το κορίτσι με τον κόκκινο σκούφο να με αποχαιρετά με δάκρυα στα μάτια.

Κατά έναν παράξενο τρόπο αυτό το γεγονός με έκανε σχεδόν ευτυχισμένο. Μετά έγειρα το κεφάλι μου κι αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά ενός ξένου.

Little red riding hood - Part 3


Τα πλήκτρα χόρευαν με τον ιδρώτα μου καθώς τα δάχτυλά μου διοχέτευαν τον πυρετό σε λευκές σελίδες που γέμιζαν μονομιάς με μαύρα τυποποιημένα γράμματα. Στον ουρανό δυο νυχτοπούλια ζυγιάστηκαν πριν αλληλοσπαραχτούν και το πιο αδύναμο προσγειώθηκε απότομα μπροστά στα ακίνητα πόδια μου, δυο στάλες αίμα έβαψαν την τελευταία σελίδα της γραφομηχανής. Το πουλί τινάχτηκε σπασμωδικά και μετά κοκάλωσε παίρνοντας το πρόσωπο μου σαν την ύστατη ανάμνηση ενός άδικου κόσμου.

Είναι παράξενος ο ήχος ενός ξερόκλαδου όταν σπάει στην σιγαλιά της νύχτας. Πίσω από τον ήχο κρύβεται το άγνωστο, το απρόσωπο, το απροειδοποίητο. Κι έτσι σήκωσα το κεφάλι από την γραφομηχανή και άφησα απαλά τα χέρια μου να ξεφύγουν από τα πλήκτρα. Η γραφομηχανή άρχισε να θρηνεί με την αξιοπρέπεια ενός στωικού μηχανήματος, το κλάμα της ήταν σιδερένιο με ηχόχρωμα σκουριάς.

Το κορίτσι με τον κόκκινο σκούφο ερχόταν κατευθείαν από την χώρα της λαγνείας. Κουνούσε με χάρη το πανέρι της καθώς με πλησίαζε χωρίς να βιάζεται. Σε σκότωσα Μόνα, σκέφτηκα και ήρθε η ώρα να ξεπληρώσω το χρέος, το κορίτσι φοράει το φόρεμά σου κι η βραδιά ανασαίνει θυμάρι. Το χέρι της ακούμπησε το δικό μου κι αν δεν αποτραβιόμουν έγκαιρα το δέρμα μου θα είχε καεί. Έβγαλε από το πανέρι ένα βατόμουρο και μου το άφησε στα χείλη μαζί με το δάχτυλό της, το κορμί μου τεντώθηκε σαν εκκρεμές κι ένα μανιτάρι βρέθηκε να γλιστράει στον λαιμό μου.

Πέταξα την γραφομηχανή από το ετοιμόρροπο τραπέζι και μπήκα μέσα της με την μανία εκείνη που ορίζει την κάθε εξέγερση της ξεχασμένης σάρκας, το τραπέζι - ανεπανάληπτο κειμήλιο αποτυχημένων εμπνεύσεων - δεν άντεξε τον πόθο και σωριάστηκε άψυχο ξύλο στα σκαλιά της βεράντας - ξύλο στο ξύλο, στάχτες στις στάχτες.

Φώτα μαστίγωναν τις αισθήσεις μου κι ο Μπους ντυμένος Καρυάτιδα τραγούδαγε την Συμπάθεια για τον Διάβολο ενώ ο Τζάγκερ χτυπούσε παλαμάκια φωνάζοντας

- Μπράβο Τζορτζ, είσαι ο σύγχρονος άνθρωπος, σκότωσέ τους όλους μα άφησε τον Τζέιμς να υποφέρει.

Τα παράθυρα του σπιτιού γελούσαν ρυθμικά κι όλες οι λάμπες έσπασαν σε μικρά κομμάτια που πέταξαν προς το δάσος.

Τα χέρια της χώθηκαν στην πλάτη μου βαφτίζοντάς τη “γη των μικρών κόκκινων ποταμών” και μέσα από τα δέντρα ξεπετάχτηκε ένας μεγαλόσωμος λύκος, έχωσε τα δόντια του στον ώμο μου κι άρχισε να με σέρνει πάνω στις πευκοβελόνες.

Το δάσος βρυχήθηκε ευχαριστημένο.

Little red riding hood - Part 2


Η υπάλληλος με κοίταξε με απάθεια την ώρα που της έδινα τον δίσκο. Ένα κορίτσι επαρχιακής πόλης με στεγνά όνειρα, φακίδες στα μάγουλα και λίμνες στα μάτια. Κι ύστερα εντελώς ξαφνικά και χωρίς την παραμικρή ρωγμή στον χρόνο το πρόσωπό της άρχισε να μεταλλάσσεται ώσπου πάνω στους ώμους της έστεκε ένα κεφάλι σκύλου με πεσμένα αυτιά

- Τα ρέστα σας κύριε, είπε ο σκύλος

Τέντωσα αυθόρμητα τον λαιμό μου για να κοιτάξω πίσω από το ταμείο και τότε είδα την ουρά. Άρπαξα τα κέρματα κι έτρεξα προς τον ήλιο έξω από την πόρτα με το κίτρινο αυτοκόλλητο ” Νέες προσφορές για όλα τα γούστα”. Η μοναδική λεωφόρος της πόλης έσφυζε από κόσμο κάθε ηλικίας. Ένας γέρος πέρασε από μπροστά μου με πρόσωπο μπαμπουίνου και καλημέρισε πρόσχαρα μια οικογένεια με γουρουνίσια πρόσωπα.

Καλημέρα σας κύριε Σμιθ, απάντησαν τα γουρούνια με αξιοζήλευτο συγχρονισμό.

Απέφευγα συστηματικά να ξανανταμώσω πρόσωπο μέχρι που βγήκα από την πόλη και βρέθηκα και πάλι στον ράθυμο χωματόδρομο για την επιστροφή στο σπίτι. Ο ήλιος είχε χαθεί διωγμένος από τα σύννεφα και η ατμόσφαιρα έγινε ψυχρή σαν οικογενειακή διαμάχη. Ο χωματόδρομος ήταν από εκείνους τους χωματόδρομους που βλέπεις σε ταινίες δεύτερης διαλογής. Μοναχικός σκονισμένος είλωτας κουρασμένων ανθρώπινων βημάτων. Δεξιά κι αριστερά η βλάστηση ήταν πυκνή και μονότονη, η πανίδα της περιοχής αποτελούταν αποκλειστικά από βάτα. Η ομίχλη σκέπασε την ζωή με τον τρόπο που οτιδήποτε θολό σκεπάζει την ζωή, ένα αδιαπέραστο τείχος απλώθηκε μπροστά μου σαν σεντόνι που δραπέτευσε από όνειρο σεξουαλικής καταβύθισης. Δεν έβλεπα ούτε την ίδια μου την αναπνοή. Μέσα από τα βάτα κάτι σερνόταν με δυσκολία, ο ήχος του συρσίματος πάγωσε το δέρμα μου και αγκύλωσε όλο μου το κορμί. Και τότε ένα κόκκινο φόρεμα διέσχισε σερνάμενο τον χωματόδρομο, από το φόρεμα έλειπε το σώμα κι από τις φλέβες μου ξεχύθηκε ωμός κρύος πανικός.

Ήταν το φόρεμα που φορούσε η Μόνα τη νύχτα που σκοτώθηκε.

Στην κουνιστή πολυθρόνα

Η γραφομηχανή υποκαθιστά το πέος. Η έλλειψη έμπνευσης ισοδυναμεί με σαρκική ανεπάρκεια. Την κοίταζα να περιμένει μάταια τα δάχτυλά μου κι ίσως την άκουσα να αναστενάζει με λύπη. Είχε βραδιάσει κι από το δάσος ακούγονταν τα παράξενα μοιρολόγια των λύκων και οι ανατριχιαστικές κραυγές των νυχτερίδων. Βγήκα στην βεράντα κι ανέπνευσα το θυμάρι, η μυρωδιά του έβαλε φωτιά στις αισθήσεις μου κι ένας πρωτόγνωρος πυρετός κυριάρχησε σε κάθε αραχνιασμένη γωνιά της ψυχής μου. Πισωπάτησα κι έτρεξα προς το σαλόνι σαν αλλοπαρμένος. Την πήρα στην αγκαλιά μου και βγήκαμε μαζί στον θυμαρένιο κόσμο.

Έμπνευση, έμπνευση, πόρνη των παραισθήσεων και των αιματοβαμμένων βράχων.

Έγραφα κι έπινα, έπινα κι έγραφα. Δεν είμαι σπουδαίος αλλά γνωρίζω τα σπουδαία, δεν είμαι αθάνατος αλλά γνωρίζω την αθανασία. Αν αύριο με χαϊδέψει η σήψη τι θα έχω αφήσει για κληρονομιά σε τούτη εδώ την αφόρητη πλάση…

Μόνο γραπτά κι επιθυμίες.

Little red riding hood - Part 1


Little Red Riding Hood
I don’t think little big girls should
Go walking in these spooky old woods alone.

What big eyes you have,
The kind of eyes that drive wolves mad.
So just to see that you don’t get chased
I think I ought to walk with you for a ways.

What full lips you have.
They’re sure to lure someone bad.
So until you get to grandma’s place
I think you ought to walk with me and be safe.


Το ανθρώπινο μυαλό είναι σαν ρολόι. Οι δείκτες του κινούνται για χρόνια με τον ίδιο ρυθμό καθορίζοντας συνήθειες και ανάγκες. Ώσπου μία αόρατη σχεδόν δυσλειτουργία αρκεί για να σε τοποθετήσει στο όριο. Είναι Χριστούγεννα και στο Ίδρυμα επικρατεί απόλυτη ησυχία.

Οι τρόφιμοι ξαπλωμένοι στα σιδερένια τους κρεβάτια υποκρίνονται πως είναι ζωντανοί αλλά δεν μπορούν να γράψουν ούτε το όνομά τους - όσοι βέβαια το θυμούνται ακόμα. Με λένε Τζέιμς κι έχω μέσα μου πολλαπλές προσωπικότητες. Η ιστορία μου γράφτηκε με τα χέρια των εμμονών μου. Χωρίς αυτές θα ήμουν ήδη νεκρός.

Οι πρώτες ενδείξεις

Το σπίτι μου ακροβολισμένο στις παρυφές του δάσους ήταν μία παραμελημένη έπαυλη με λευκά γελαστά παράθυρα και πόρτες που έτριζαν από έλλειψη φροντίδας. Τα αγριόχορτα έπνιγαν τα σκαλιά με τα μακριά τους δάχτυλα κι όταν κρυβόμουν στην κουνιστή πολυθρόνα της βεράντας άκουγα τα ουρλιαχτά τον λύκων να απλώνονται στον νυχτερινό ουρανό. Η παλιά γραφομηχανή έστεκε στο σαλόνι σαν επικήδειος έμπνευσης και τα άδεια μπουκάλια στο πάτωμα συγκρούονταν αναμεταξύ τους κάθε φορά που ο Θεός θυμωμένος με τους θνητούς άστραφτε την οργή του. Περπατούσα στον στενό δρόμο που οδηγούσε στην πόλη προσπαθώντας να γεννοβολήσω ιδέες που θα μορφοποιούνταν στο χαρτί. Φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν έναν άγιο στεφανωμένο από την αποτυχία. Η αποτυχία εμπεριέχει μία ξεχωριστή ιερότητα την οποία θεωρώ άσκοπο να αναλύσω. Η απόσταση από το αναχρονιστικό σπίτι μου ως την πόλη με τις περιποιημένος αυλές και τα ροδοκόκκινα μάγουλα ήταν όση είναι η απόσταση της λογικής από τον παραλογισμό, μία ανάσα δρόμος. Οι πρώτες ενδείξεις διαταραχής παρουσιάστηκαν ένα ηλιόλουστο πρωινό όταν έψαχνα τους δίσκους στα ράφια του ασφυκτικά μικρού τοπικού δισκοπωλείου. Η μανία μου με το παρελθόν με έσερνε πάντοτε στα πιο σκονισμένα ράφια.

Sam The Sham and the Paraohs - Little Red Riding Hood

Ανάμνηση

Φορούσε κόκκινο φόρεμα και τα μαλλιά της άγγιζαν το πρόσωπο μου καθώς ήταν γερμένη πάνω μου κι εγώ πατούσα με δύναμη το γκάζι της Πλίμουθ για να πετάξουμε ως το τέλος του κόσμου. Στο τέλος του κόσμου εκεί που τα σπίτια είναι ανοιχτά γιατί δεν φοβάται κανείς. Ήταν η μικρή Θεά της πόλης, όλοι την ήθελαν και κανείς δεν τολμούσε. Οι γάμπες της γυάλιζαν κάτω από την χλομάδα του φεγγαριού όταν την πλησίασα oλοκληρωτικά συνεπαρμένος ζητώντας της να αγνοήσει τους κανόνες. Με κοίταξε βαθιά και γίναμε πειρατές σε μια αλλόκοτη Αυγουστιάτικη νύχτα, η άσφαλτος ήταν το πέλαγος κι εμείς ανυπόμονα κορμιά μεθυσμένα από την πλάνη.

Είδα τον γκρεμό μα ήταν αργά. Ένα λάθος από αυτά που δεν διορθώνονται. Επέζησα αλώβητος όπως επιζούν όλοι οι καταραμένοι. Η Μόνα με τον λαιμό να κρέμεται από το σπασμένο παράθυρο, αποχαιρέτησε την ομορφιά και τις Αυγουστιάτικες νύχτες.

Σύρθηκα λίγα μέτρα κι έπειτα έχασα τις αισθήσεις μου.

Απο που ερχεστε...